![]() |
| SISTERS DIGITAL VERSION CHRYSSA VELISSARIOU 2014 |
Όταν ανεβαίνω στην ταράτσα
κοιτώ τη θέα μέχρι πέρα
Τόσα χρόνια άλλαξε πολύ
Σαν την πρωτοαντίκρισα
με τα μάτια μιας μικροσκοπικής
εντεκάχρονης ήμουν σαν
Απέναντι το ρέμα του Χατζηχαλάρ
γεμάτο χόρτα, ποντίκια και φίδια
φυσική πίστα για να κάνουμε
καταβάσεις με τα ποδήλατα
Ένας φίλος μια μέρα γύρισε
όλος σπασμένος, κατακομμένος, αλλά ήρωας
Το ποδήλατο το μοιραζόμασταν
δυο αδερφές κι ένας αδερφός
κι όλο και πιο συχνά ως σερνικό
μας το στερούσε με μαεστρία
Θυμάμαι μαζεύαμε νηστικοί ένα χρόνο
το χαρτζιλίκι και στα Κάλαντα κουραστήκαμε πολύ
-τον συγχωρούσα, ένας μας τουλάχιστον
μπορούσε να τριγυρνά πιο λεύτερος,
εγώ μπορούσα να ονειρεύομαι
Ακριβώς απέναντι ένα σκοτεινό περβόλι
ενός μπερμπάντη κουτσοδιάβολου
Συχνά το βράδυ βλέπαμε φώτα κι ακούαμε γέλια
η μάνα μας απαγόρευσε να κοιτάμε προς τα κει...
Δίπλα ο περιστεριώνας ενός παράξενου
αμίλητου παππού, ερχόταν κάθε απόγευμα
να πετάξει τα περιστέρια, τι θέαμα!
Να παρατηρείς το λευκό πουπουλένιο στρόβιλο
απ' την ταράτσα... Τον μίσησα σαν μια μέρα είπε
πως ήταν πολύ νόστιμα τα πιτσουνάκια τηγανητά
Ποτέ δεν κατάλαβα, πώς μπορούν να σφάζουν
ή να βάζουν στο σημάδι φτερωτά πλάσματα
πάντα το μόνο που αισθάνθηκα
ήταν μια ζήλια να 'χα φτερά...
Πίσω απ' τη χωμάτινη πλατεία στο βάθος
όπου κυνηγιόμασταν καμιά φορά με γαϊδουράγκαθα
κάθε Απρίλη προς Μάη εμφανιζόταν ως διά μαγείας
το φασαριόζικο λούνα πάρκ των γύφτων
με τη μεγάλη ρόδα του να γυρίζει δελεαστικά
με λαμπιόνια τη νύχτα κάθε που έφταναν
οι εξετάσεις στο σχολείο
με τα κλαψιάρικα λαϊκά στη διαπασών
Στις Πανελλήνιες είχα κάνει ένα κλουβί με τσιμεντόλιθα
για να διαβάζω εκεί πάνω ανελλιπώς
με μόνη απόλαυση ένα τεράστιο ροδακινί ηλιοβασίλεμα
και μια τεράστια οργή για την ατέλειωτη μουσική των γύφτων
και τα τρανταχτά γέλια των αγοριών αντίκρυ...
Όταν ανεβαίνω στην ταράτσα
κοιτώ τη θέα μέχρι πέρα
Τόσα χρόνια άλλαξε πολύ
Κοντά στα πενήντα μου, εγώ
συνεχίζω να μη βλέπω την ασχήμια
ή την τσιμεντένια πόλη που επεκτάθηκε
Βλέπω μόνο επιλεκτικά τις κεραμιδοσκεπές
τον θηριώδη κήπο του σχολείου
ένα φεγγάρι χρυσή μπάλα ή φέτα πεπόνι
πάντα παρηγορητικό κι αφουγκράζομαι
τ' αλυχτίσματα των σκύλων και το κλάμα
της δεκαοχτούρας στη διπλανή σοφίτα
Αν σκύψω πολύ έξω απ' το κάγκελο
απολαμβάνω επιβλητικό και χιονισμένο
τον Όλυμπο την ανατολή
-πάντα φυσά ψυχρός άνεμος από εκεί
και τα ρούχα στεγνώνουν αμέσως...
Κι αν εξασκήσω καλά το βλέμμα στο βάθος
διακρίνω πορτοκαλί τον ουρανό
πίσω απ' το άλσος του ματοβαμμένου Μεζούρλου
όπου φύτεψα κάποτε, στα έντεκα, κι ένα δικό μου δέντρο
Ο θόρυβος, οι ήχοι πολλοί, τ' αγόρια συνεχίζουν να γελούν
μα οι γύφτοι με το λούνα παρκ σταμάτησαν να έρχονται...
Ποιος ξέρει, μάλλον γέρασαν κι αυτοί μαζί μ' εμένα...

Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου