![]() |
| THE FOX'S WORLD DIGITAL VERSION BY CHRYSSA V.2015 |
Ό,τι έλαβες ως κουτάβι,
το πήρες σε είδος και σ'εκδίκηση.
Έτσι η αγάπη παραμορφώθηκε
σε συμφέρον και η αντίρρηση σε τιμωρία,
δεν έμαθες να συνδιαλέγεσαι,
δεν έμαθες να είσαι ελεύθερη
από εξαρτήσεις και να εξαρτήσεις
ή να εξαρτηθείς επιδίωξες,
τον αιώνα που ο λύκος προσπαθούσε
να ουρλιάξει μέσα σου για να επιζήσει.
Δεν είχες το σθένος να γίνεις λύκος,
έμεινες στο στάδιο της αλεπούς,
μονίμως σ' εγρήγορση ανάμεσα σε
δυο πολέμους : των δαιμόνων και των αγγέλων.
Δεν θέλησες ποτέ να γίνεις κανενός
στρατού οπαδός, παρά ξέσχισες την ψυχή σου
στα δυο να παλεύει προς όλα τα μέτωπα,
θαυμάζοντας ωστόσο και τη θεία ομορφιά των αγγέλων,
μα και τη σκοτεινή υπόγεια δύναμη των δαιμόνων.
Για να τραφείς έγινες αρχιτεκτόνισσα ενός,
όπως νόμισες, κατάδικού σου στρατώνα,
που τον έχτισες σαν εκδικητή
και τον διακόσμησες σαν παραδείσιο κήπο,
που τον ομόρφυνες,
όπου έδειχνε άσχημος και γκρεμισμένος.
Πολύ καιρό περιέθαλψα το καλά κρυμμένο
και πληγωμένο θηρίο στην ψυχή σου.
Η ενέργειά μου απάλυνε τον πόνο,
αλλά ήξερες μόνο αυτό, που εσύ είχες ανάγκη
κι αυτό προσπάθησες να μου δώσεις...
Η αγάπη πάντα έχει αυτό το παράπονο.
Δίνεις ό,τι θες ή αυτό που σου ζητούν;
Για εσένα μόνο η είσοδος στην πόλη
των θαυμάτων επιτρεπόταν.
Ό,τι ή όποιος έμπαινε φυλακιζόταν,
απαγορευτική, η κάθε εξωτερική επαφή.
Δεν μπόρεσα να σου μιλήσω σκληρά.
Ίσως αυτό να έπρεπε, αλλά εγώ παιδιόθεν
έμαθα μόνο να δίνω. Ιδανικό θύμα...
Τραγούδησα, έγραψα, μίλησα, έκλαψα,
μα εσύ σαν όμορφο πουλί απ' άλλους παραδείσους,
δεν καταλάβαινες τη γλώσσα του ανθρώπινου πόνου,
δεν άκουγες την κραυγή μου μέσα απ' το τείχος, που
ύψωσες γύρω σου, άμυνα στα συναισθήματα.
Μ' έβλεπες να καταρρέω μα κώφευες,
είχες ανάγκη την παρουσία μου, με συντηρούσες
με πατερίτσες, όπως-όπως, μη και χαθώ...
Η καρδιά σου έμαθε ν' ανταλλάσσεται
μ' ελπίδες και όνειρα λογικοφανή.
Διέγραψες μέσα σου τη χαρά της ατίθασης καρδιάς,
μη και ξεχάσεις να τιμωρήσεις,
μη και ξεχάσεις την ανάγκη σου
να κατηγορήσεις, να εκδικηθείς, ό,τι σε πόνεσε.
Βαδίζω πάνω στ' αγκάθια, που μου φύτεψες στο δρόμο.
Έτσι πίστεψα πως είναι η αφοσίωση, μα λάθεψα.
Πέρασα ενός μεσσία το μαρτύριο να τα μεταλλάξω
σε ρόδα, κρίνους και γιασεμιά, παραήταν ουτοπικό...
Ένα χαμόγελο, ένα χάδι, μια καλοσύνη, πού και πού,
στην ερημιά των αισθημάτων, βοηθούσε ν' αντέχω
το λιμό, όπως τον αναχωρητή το ξεροκόμματο,
μα σήμερα και κάθε σήμερα πλέον
γεννάει ερωτήματα που με παίρνουν
όλο και πιο μακριά σου...
Ποιος σε δίδαξε, αγαπημένη, πως έτσι είναι η αγάπη;
Ποιον δάσκαλο ακολούθησες;
Πώς τόσο αίμα που έχυσα δεν σου έδειξε τον τρόπο ν' αγαπάς;
Έστω μέσα απ' τη λογική...
Ποιος σου έμαθε πως η αγάπη στρώνεται μ' αγκάθια κι αν έτσι, πώς
δεν κοκκίνισε ο ουρανός από τα ματωμένα μου πατήματα στη γη;
Ποιος χώρισε τα πέλματά μου απ' το χώμα,
ποιος μ' ωθεί να πετάξω,
παρά τ' αγκάθια κι οι ματωμένοι ποταμοί;
.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια :
Δημοσίευση σχολίου